Λεμονόχορτο ”Lemongrass” Citronella
€2.79 – €23.49Price range: €2.79 through €23.49
Το Λεμονόχορτο, γνωστό και ως ”Lemongrass” είναι ένα πολυετές, αρωματικό φυτό που καλλιεργείται ευρέως για γαστρονομική του χρήση. Με καταγωγή από τις τροπικές περιοχές της Ασίας, έχει πλέον εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο χάρη στο έντονο άρωμά του και την ευκολία καλλιέργειας. Φυτρώνει σχηματίζοντας πυκνές τούφες, με μακριά, λεπτά, κοφτερά φύλλα και ισχυρούς βλαστούς που μοιάζουν με λεπτά πράσινα καλάμια. Η γεύση και το άρωμά του είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία του, φέροντας έντονα λεμονάτη επίγευση και άρωμα, με ελαφρώς πικάντικες νότες. Η περιεκτικότητα του φυτού σε αιθέριο λάδι λεμονιού είναι υψηλή, δίνοντάς του άρωμα δυνατότερο από αυτό του πραγματικού λεμονιού. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται ευρέως σε κουζίνες της Ασίας, της Καραϊβικής και της Αφρικής. Τα φύλλα και οι μίσχοι χρησιμοποιούνται στο μαγείρεμα για να αρωματίσουν σούπες, κάρυ, μαρινάδες, ροφήματα και επιδόρπια, ενώ συχνά προστίθενται σε τσάγια για τις καταπραϋντικές τους ιδιότητες. Στην καλλιέργεια, το λεμονόχορτο είναι ανθεκτικό και προσαρμοστικό, αν και προτιμά γόνιμο, υγρό αλλά όχι υγροστατικό έδαφος. Χρειάζεται ζεστό κλίμα και ηλιόλουστη θέση, όμως μπορεί να καλλιεργηθεί και σε γλάστρες, γεγονός που το κάνει εύκολο για οικιακή χρήση. Σε ψυχρότερα κλίματα, συνήθως διατηρείται ως ετήσιο ή προστατεύεται τον χειμώνα, καθώς δεν αντέχει τον δυνατό παγετό. Σε ιδανικές συνθήκες αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό, δίνοντας πλούσια βλάστηση για συνεχή συγκομιδή. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Το Λεμονόχορτο αποτελεί ένα πολύτιμο, πολυλειτουργικό φυτό, τόσο για όσους αγαπούν τη μαγειρική όσο και για τους καλλιεργητές που αναζητούν ένα ανθεκτικό, εξαιρετικά αρωματικό και χρήσιμο φυτό για τον κήπο ή το μπαλκόνι τους.
Ονομασία Ποικιλίας: Λεμονόχορτο ”Lemongrass” Citronella, Lemongrass, Ginger Grass, Citronella Grass, Lelon Grass
Παραδοσιακή Ποικιλία (heirloom) / Ανοιχτής Επικονίασης (Open Pollinated)
Αιωνόβιο / πολυετές φυτό
Μήνες Σποράς: Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος
Σπορά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση
Βλάστηση σπόρων: 8-25 ημέρες
Ενδεικτική θερμοκρασία ανάπτυξης: 18-25 °C
Απόσταση φύτευσης μιας ρίζας από την άλλη: 30 – 60 εκατοστά
Επιστημονική Ονομασία: Cymbopogon citratus
Για Οδηγίες Σποράς δείτε το άρθρο
Για Οδηγίες Καλλιέργειας δείτε το άρθρο
Σχετικά προϊόντα
Βασιλικός Ελληνικός Ψιλόφυλλος Παραδοσιακός
Ο Ελληνικός Ψιλόφυλλος Βασιλικός είναι μία χαρακτηριστική ποικιλία, γνωστή για τα μικρά, πυκνά και ιδιαίτερα αρωματικά φύλλα της. Πρόκειται για μια ποικιλία που συνδυάζει συμπαγή ανάπτυξη, έντονο άρωμα και υψηλή πρακτική αξία, αποτελώντας εξαιρετική επιλογή τόσο για οικιακούς κήπους και γλάστρες όσο και για φρέσκια διάθεση και εμπορική παραγωγή. Τα φυτά σχηματίζουν πυκνή και συμπαγή βλάστηση, με πολλά λεπτόφυλλα φύλλα που καλύπτουν τους βλαστούς και δημιουργούν ένα πλούσιο πράσινο σύνολο. Το μικρό μέγεθος των φύλλων αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της ποικιλίας και προσδίδει στα φυτά ιδιαίτερα κομψή εμφάνιση. Η συχνή συγκομιδή των τρυφερών κορυφών ενθαρρύνει τη διακλάδωση και βοηθά τα φυτά να διατηρούν πυκνή, παραγωγική μορφή. Τα φύλλα διαθέτουν έντονο, χαρακτηριστικό άρωμα και ευχάριστη γεύση, γεγονός που τα καθιστά ιδανικά για φρέσκια χρήση. Η τακτική αφαίρεση των κορυφών και των ανθικών στελεχών, όταν αυτά εμφανίζονται, βοηθά τα φυτά να συνεχίσουν να παράγουν νέα τρυφερά φύλλα. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να παρατείνεται σημαντικά η περίοδος συγκομιδής. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Χρειάζεται τακτικό πότισμα, ιδιαίτερα κατά τις θερμές και ξηρές περιόδους. Η επαρκής ηλιοφάνεια συμβάλλει στη ζωηρή ανάπτυξη και στην ανάπτυξη των χαρακτηριστικών αρωματικών στοιχείων των φύλλων. Ο Ελληνικός Ψιλόφυλλος Βασιλικός αποτελεί μία εξαιρετική επιλογή για όσους αναζητούν μια παραδοσιακή ποικιλία με πυκνή ανάπτυξη, μικρά φύλλα και έντονο άρωμα. Η χαρακτηριστική εμφάνιση, η ευκολία στη φρέσκια χρήση και η καταλληλότητά του για εμπορική παραγωγή και διάθεση ως φρέσκο αρωματικό τον καθιστούν ιδιαίτερα αξιόλογη ποικιλία τόσο για επαγγελματίες καλλιεργητές όσο και για οικιακούς λαχανόκηπους.
Δενδρολίβανο Παραδοσιακό
Το Παραδοσιακό Δενδρολίβανο είναι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα αρωματικά φυτά της Μεσογείου, με μακρά ιστορία χρήσης τόσο στη μαγειρική όσο και στη λαϊκή παράδοση. Πρόκειται για ένα αιωνόβιο, εξαιρετικά αρωματικό βότανο, άρρηκτα συνδεδεμένο με το ελληνικό τοπίο, που ξεχωρίζει για τη διακριτική του ομορφιά και τη χαρακτηριστική, έντονη ευωδιά του. Το φυτό είναι πολυετές και αναπτύσσεται σε μορφή θάμνου, με ξυλώδη βάση και πλούσια, λεπτά φύλλα σε βαθύ πράσινο χρώμα. Με την πάροδο των χρόνων απλώνει σταδιακά, με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς, σχηματίζοντας έναν πυκνό και ανθεκτικό θάμνο, γεγονός που το καθιστά ιδανικό για φύτευση σε γωνιές ή άκρες του κήπου, αλλά και σε παρτέρια ή χαμηλούς φράχτες. Το Δενδρολίβανο είναι εύκολο στη διαχείριση και δεν απαιτεί ιδιαίτερη φροντίδα μόλις εγκατασταθεί. Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του χρειάζεται τακτικό πότισμα ώστε να ριζώσει σωστά, ενώ στη συνέχεια παρουσιάζει εξαιρετική αντοχή στην ξηρασία και στις υψηλές θερμοκρασίες, καθιστώντας το ιδανικό για ξηρά, φτωχά εδάφη και μεσογειακά κλίματα. Τα φύλλα του χρησιμοποιούνται ευρέως στη μαγειρική, τόσο φρέσκα όσο και αποξηραμένα, προσδίδοντας μοναδικό χαρακτήρα σε μαρινάδες, κρέατα, ψάρια, πατάτες και λαχανικά. Κατά την ανθοφορία του, κυρίως την άνοιξη, το φυτό στολίζεται με μικρά άνθη σε αποχρώσεις του γαλάζιου ή του λιλά, τα οποία προσελκύουν μέλισσες και άλλα ωφέλιμα έντομα, συμβάλλοντας στη βιοποικιλότητα του κήπου. Εκτός από τη χρηστική του αξία, το δενδρολίβανο προσφέρει και διακοσμητικό ενδιαφέρον καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Το Παραδοσιακό Δενδρολίβανο αποτελεί ιδανική επιλογή για κάθε κήπο ή βοτανόκηπο, συνδυάζοντας ανθεκτικότητα, άρωμα, γεύση και αισθητική. Ένα φυτό χαμηλών απαιτήσεων και υψηλής αξίας, που με ελάχιστη φροντίδα ανταμείβει πλούσια για πολλά χρόνια.
Δυόσμος Παραδοσιακός
Ο Παραδοσιακός Δυόσμος είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και διαδεδομένα αρωματικά φυτά της ελληνικής φύσης και κουζίνας, γνωστός για το δροσερό, έντονο άρωμά του και τη μεγάλη ποικιλία χρήσεων του. Ανήκει στο γένος Mentha και καλλιεργείται εδώ και αιώνες τόσο σε κήπους όσο και σε γλάστρες, αποτελώντας βασικό στοιχείο της μεσογειακής βοτανικής παράδοσης. Το φυτό είναι πολυετές και αναπτύσσεται σε μορφή χαμηλού, πυκνού θάμνου, με πλούσια διακλάδωση και έντονη εξάπλωση μέσω υπόγειων ριζωμάτων. Φτάνει συνήθως σε ύψος τα 30 έως 60 εκατοστά και δημιουργεί πλούσιο φύλλωμα με ζωηρό πράσινο χρώμα. Τα φύλλα του είναι επιμήκη, ελαφρώς οδοντωτά και ιδιαίτερα αρωματικά, ενώ κατά την ανθοφορία εμφανίζει μικρά, διακριτικά άνθη σε αποχρώσεις του μωβ και του λευκού. Η γεύση και το άρωμά του είναι χαρακτηριστικά δροσερά και αναζωογονητικά, με έντονη παρουσία αιθέριων ελαίων που τον καθιστούν μοναδικό. Χρησιμοποιείται ευρέως στην ελληνική κουζίνα, κυρίως σε παραδοσιακά πιάτα όπως ντολμάδες, κεφτέδες, γεμιστά, σαλάτες και σάλτσες, ενώ είναι ιδανικός και για αφεψήματα ή Mojito. Μπορεί να καταναλωθεί φρέσκος ή αποξηραμένος, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό το άρωμά του. Η καλλιέργειά του είναι εύκολη και ιδιαίτερα αποδοτική. Προτιμά ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις και εδάφη με καλή υγρασία, καθώς αγαπά το νερό περισσότερο από άλλα αρωματικά φυτά. Στα πρώτα στάδια ανάπτυξης χρειάζεται τακτικό πότισμα, ενώ στη συνέχεια αναπτύσσεται γρήγορα και μπορεί να επεκταθεί σημαντικά στον χώρο. Το τακτικό κλάδεμα ενισχύει τη νέα βλάστηση και διατηρεί το φυτό πυκνό και παραγωγικό. Επιπλέον, ο δυόσμος είναι γνωστός για τις ευεργετικές του ιδιότητες, καθώς χρησιμοποιείται παραδοσιακά για την υποστήριξη της πέψης και την ανακούφιση από στομαχικές ενοχλήσεις. Το άρωμά του έχει επίσης χαλαρωτική και αναζωογονητική επίδραση. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Ο Παραδοσιακός Δυόσμος αποτελεί ένα ανθεκτικό, εύκολο και εξαιρετικά χρήσιμο φυτό, που συνδυάζει αρωματικό πλούτο και γευστική αξία αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος κάθε ελληνικού κήπου και κουζίνας.
Θυμάρι
Παραδοσιακή ποικιλία από Θυμάρι, υπέροχα αρωματική και ανθεκτική στις υψηλές θερμοκρασίες και τα ξηρά περιβάλλοντα. Τα φυτά αναπτύσσονται ως κοντά θαμνάκια και εξαπλώνονται. Τα φύλλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν φρέσκα στη μαγειρική αλλά και να αποξηραθούν. Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του χρειάζεται πότισμα, ενώ από τον επόμενο χρόνο δεν χρειάζεται σχεδόν καθόλου φροντίδα, ούτε και πότισμα. Κατά τους χειμερινούς μήνες αποξηραίνεται, οι ρίζες του όμως παραμένουν ζωντανές στο χώμα και κάθε άνοιξη θα ''ξυπνάει'' με νέα φύλλα και θα αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Μπορεί να καλλιεργηθεί ιδανικά σε κήπο, αλλά και σε γλάστρες, παρτέρια και μεγάλες ζαρντινιέρες. Πρόκειται για ένα από τα πιο υπέροχα αρωματικά, το οποίο δεν πρέπει να λείπει από κανέναν κήπο. Οι γεύσεις και τα αρώματα που προσδίδει, κάνουν τη διαφορά στη μαγειρική.
Λάπατο Λεμόνι ”Λεμονολάπατο”
Εξαιρετικά σπάνια παραδοσιακή ποικιλία από Λεμονολάπατο, το οποίο είναι γνωστό ως Λάπατο ''Λεμόνι'' ή ''Sorrel Lemon''. Η σπάνια αυτή ποικιλία ξεχωρίζει για την γεύση της και τα αρώματά της, αφού το λάπατο αυτό φέρει πλούσιες νότες εσπεριδοειδών. Το Λάπατο είναι αιωνόβιο - πολυετές φυτό, του οποίου οι ρίζες κάθε χρόνο βγάζουν ολοένα και περισσότερα φύλλα. Τα φυτά είναι εξαιρετικά ανθεκτικά σε χαμηλές θερμοκρασίες και στα ''δύσκολα'' περιβάλλοντα, αφού δεν χρειάζονται κάποια συγκεκριμένη φροντίδα. Αγαπά τα ηλιόλουστα, ημισκιερά και σκιερά μέρη, τα οποία όμως κρατάνε υγρασία κάτω στη ρίζα των φυτών, είτε με άλλα χόρτα ή φύλλα. Το Λάπατο φουντώνει μετά τα κρύα του χειμώνα, ιδανικά κατά την άνοιξη, αλλά και κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Τα φυτά κατά τον πρώτο χρόνο θα αναπτύξουν ριζικό σύστημα και από το επόμενο έτος η ανάπτυξή τους θα πολλαπλασιαστεί, με πλούσια φυλλώδη παραγωγή. Συνίσταται να γίνεται η συγκομιδή των φύλλων σε πρώιμο στάδιο, τα οποία αποτελούν υπέροχο συνοδευτικό σε διάφορα μαγειρευτά πιάτα, καταναλώνονται επίσης ως ωμά, ή σε σαλάτες. Τα φύλλα είναι τρυφερά, εύγευστα και με πλούσια θρεπτικά συστατικά.
Λάπατο του Κάμπου Πράσινο Παραδοσιακό
Το Λάπατο του Κάμπου Πράσινο, γνωστό επίσης ως Λάπαθο ή Οξαλίδα, είναι ένα παραδοσιακό φυλλώδες λαχανικό με μακρά παρουσία στην μεσογειακή και ελληνική διατροφή. Καλλιεργείται κυρίως για τα τρυφερά, πράσινα φύλλα του, τα οποία χαρακτηρίζονται από τη φυσική τους όξινη και δροσερή γεύση. Τα φυτά σχηματίζουν πυκνές φυλλικές ροζέτες, με επιμήκη, λογχοειδή έως ελαφρώς βελονοειδή φύλλα και έντονο πράσινο χρώμα. Η ανάπτυξή τους είναι ζωηρή και, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, μπορούν να παράγουν νέα φύλλα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν αφεθούν να ανθίσουν, σχηματίζουν ψηλότερα ανθοφόρα στελέχη με μικρές πρασινωπές έως κοκκινωπές ταξιανθίες. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του λάπατου είναι η ξινή, λεμονάτη γεύση των φύλλων, που οφείλεται στα φυσικά οργανικά οξέα του φυτού. Τα νεαρά φύλλα είναι πιο τρυφερά και ευχάριστα και μπορούν να καταναλωθούν ωμά σε σαλάτες, ενώ τα μεγαλύτερα χρησιμοποιούνται κυρίως μαγειρεμένα. Ταιριάζουν σε πίτες, χορτόσουπες, σάλτσες και μαγειρευτά, ενώ η φυσική οξύτητά τους μπορεί να προσδώσει ένταση και φρεσκάδα σε διάφορα πιάτα. Η συγκομιδή πραγματοποιείται σταδιακά, με την αφαίρεση των εξωτερικών και καλά αναπτυγμένων φύλλων, ώστε το φυτό να συνεχίζει να παράγει νέα βλάστηση. Για πιο τρυφερό προϊόν, προτιμώνται τα νεαρά φύλλα πριν αναπτυχθεί το ανθοφόρο στέλεχος. Η συχνή συλλογή βοηθά στη διατήρηση της παραγωγής και προσφέρει διαδοχικές συγκομιδές από την ίδια εγκατάσταση. Πρόκειται για ανθεκτικό και σχετικά εύκολο στην καλλιέργεια φυτό, που προτιμά δροσερές συνθήκες και ηλιόλουστες έως ημισκιερές θέσεις. Σε θερμές και ξηρές συνθήκες η ανάπτυξη μπορεί να επιβραδυνθεί και τα φύλλα να γίνουν πιο σκληρά και έντονα όξινα. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Το Λάπατο του Κάμπου Πράσινο αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για όσους αναζητούν ένα αυθεντικό παραδοσιακό φυλλώδες λαχανικό με ξεχωριστή γεύση και πολλαπλές χρήσεις στην κουζίνα. Η εύκολη καλλιέργεια, η δυνατότητα επαναλαμβανόμενης συγκομιδής και η χαρακτηριστική λεμονάτη οξύτητά του το καθιστούν ιδιαίτερα χρήσιμο για κάθε οικογενειακό κήπο.
Ρίγανη Άγρια
Η Άγρια Ρίγανη, γνωστή και ως Greek Wild Oregano, είναι ένα πολυετές, αυτοφυές αρωματικό φυτό που αναπτύσσεται φυσικά σε άγριες εκτάσεις και στους κάμπους της ελληνικής υπαίθρου. Διακρίνεται για τη δυνατή, πικάντικη γεύση και το εξαιρετικά πλούσιο άρωμά της, που οφείλεται στην υψηλή περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια, καθιστώντας την ιδιαίτερα περιζήτητη τόσο στη μαγειρική όσο και στη φαρμακευτική. Το φυτό φτάνει σε ύψος τα 20–50 εκατοστά, με λεπτούς ξυλώδεις βλαστούς, μικρά ωοειδή φύλλα με χνουδωτή υφή και λευκά ή υπόλευκα άνθη που εμφανίζονται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, προσελκύοντας μέλισσες και επικονιαστές. Είναι εξαιρετικά ανθεκτική σε ξηρασία και φτωχά εδάφη, καθώς έχει προσαρμοστεί να αναπτύσσεται σε σκληρές συνθήκες και δεν χρειάζεται σχεδόν καθόλου φροντίδα μόλις αναπτυχθεί. Η Άγρια Ρίγανη χρησιμοποιείται ευρέως για τον αρωματισμό κρεάτων, ψαριών, λαχανικών και σαλατών, ενώ παραδοσιακά παρασκευάζεται και ως αφέψημα για τις αντιμικροβιακές, αντιοξειδωτικές και καταπραϋντικές της ιδιότητες. Ως φυτό στον κήπο ή στο μπαλκόνι, εκτός από την πρακτική της χρήση, χαρίζει φυσικό χαρακτήρα και έντονο μεσογειακό άρωμα, παραμένοντας ανθεκτική και εύκολη στην καλλιέργεια. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Τα σποράκια θα πρέπει να είναι σε ελάχιστο βάθος, όχι περισσότερο από μισό εκατοστό, πάντοτε με υγρασία στην επιφάνεια, αλλά και σε θερμοκρασίες σταθερά άνω των 20+ βαθμών Κελσίου. Αποτελεί εξαιρετική επιλογή για τον κήπο, αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φρέσκια ή να αποξηραθεί, ενώ πολλαπλασιάζεται από μόνη της και απλώνει. Κατά τους χειμερινούς μήνες αποξηραίνεται, οι ρίζες της όμως παραμένουν ζωντανές στο χώμα και κάθε άνοιξη σχηματίζει νέα βλαστάρια και αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Η Άγρια Ρίγανη φέρνει στον κήπο τη δύναμη και το άρωμα της ελληνικής φύσης, προσφέροντας γεύση, φρεσκάδα και μεσογειακή ζωντάνια.
Ρίγανη Ορεινή Αρωματική – Βουνίσια
Η Ρίγανη Ορεινή Αρωματική (Βουνίσια) είναι ένα πολυετές, αρωματικό φυτό που συναντάται συχνά στις πλαγιές και τα βουνά της Ελλάδας, αλλά και της Μεσογείου γενικότερα, όπου αναπτύσσεται σε ξηρά και ηλιόλουστα εδάφη. Φτάνει σε ύψος περίπου τα 30–60 εκατοστά, με ξυλώδη βάση, όρθιους βλαστούς και μικρά, ωοειδή, σκούρα πράσινα φύλλα που φέρουν αδένες πλούσιους σε αιθέρια έλαια. Ανθίζει καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, σχηματίζοντας μικρά λευκά άνθη σε ταξιανθίες που προσελκύουν μέλισσες και άλλα επικονιαστικά έντομα. Είναι εξαιρετικά αρωματική, με χαρακτηριστική έντονη και πικάντικη γεύση, και χρησιμοποιείται ευρέως στη μεσογειακή κουζίνα για τον αρωματισμό κρεάτων, ψαριών, σαλατών και σαλτσών. Εκτός από τη μαγειρική της αξία, διαθέτει και σημαντικές φαρμακευτικές ιδιότητες, καθώς το αιθέριο έλαιο ρίγανης έχει αντιμικροβιακή, αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση. Η καλλιέργειά της είναι εύκολη, καθώς απαιτεί ελάχιστη φροντίδα, προτιμά καλά στραγγιζόμενα εδάφη και αντέχει στην ξηρασία, καθιστώντας τη ιδανική επιλογή τόσο για παραδοσιακούς όσο και για σύγχρονους κήπους μεσογειακού χαρακτήρα. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Τα σποράκια θα πρέπει να είναι σε ελάχιστο βάθος, όχι περισσότερο από μισό εκατοστό, πάντοτε με υγρασία στην επιφάνεια, αλλά και σε θερμοκρασίες σταθερά άνω των 20+ βαθμών Κελσίου. Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής της χρειάζεται πότισμα, ενώ από τον επόμενο χρόνο δεν χρειάζεται σχεδόν καθόλου φροντίδα, ούτε και πότισμα. Επιπλέον, πολλαπλασιάζεται από μόνη της και απλώνει. Κατά τους χειμερινούς μήνες αποξηραίνεται, οι ρίζες της όμως παραμένουν ζωντανές στο χώμα και κάθε άνοιξη θα ''ξυπνάει'' με νέα φύλλα και θα αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Η Ορεινή Ρίγανη χαρίζει στον κήπο άρωμα, ανθεκτικότητα και τη γοητεία της ελληνικής και μεσογειακής υπαίθρου.
