Νυχάκι – Πορτουλάκα Πολύχρωμη Μιξ
€1.69 – €11.99Price range: €1.69 through €11.99
Παραδοσιακή ποικιλία από πολύχρωμη Πορτουλάκα, η οποία είναι γνωστή και ως Νυχάκι, Καλλωπιστική Γλιστρίδα ή Moss Rose Portulaca Grandiflora. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό και ανθεκτικό ετήσιο καλλωπιστικό φυτό, που ξεχωρίζει για τη χαμηλή του ανάπτυξη και τη ζωηρή πολυχρωμία των λουλουδιών του. Περιλαμβάνει αποχρώσεις όπως ροζ, κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, λευκό και φούξια, προσφέροντας ένα εκθαμβωτικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα όταν καλλιεργείται ομαδικά. Τα άνθη της έχουν διάμετρο περίπου 3-5 εκατοστά, θυμίζουν μικρά τριανταφυλλάκια και ανοίγουν τις ηλιόλουστες ώρες, κλείνοντας το βράδυ ή τις συννεφιασμένες μέρες. Το φύλλωμα είναι σαρκώδες, όπως της Γλιστρίδας, κυλινδρικό, με χαρακτηριστική υφή που θυμίζει παχύφυτο, ενώ το φυτό παραμένει χαμηλό σε ύψος (10-15 εκατοστά), δημιουργώντας πυκνά, χαμηλά “χαλιά” σε κάθε κήπο, βραχόκηπο, γλάστρα ή ζαρντινιέρα. Η πολύχρωμη Πορτουλάκα είναι ιδανική για γλάστρες, βραχόκηπους, παρτέρια, τοίχους ή κρεμαστά καλάθια, καθώς είναι εξαιρετικά ανθεκτική στην ξηρασία, απαιτεί ελάχιστη φροντίδα και προτιμά φτωχά, καλά στραγγιζόμενα εδάφη και πλήρη ηλιοφάνεια. Αναπτύσσεται γρήγορα και ανθίζει συνεχώς από την άνοιξη έως το φθινόπωρο, προσφέροντας μακράς διάρκειας διακοσμητικό αποτέλεσμα. Η σπορά γίνεται αρχές της άνοιξης, ιδανικά από τον μήνα Μάρτιο κι έπειτα, αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση στη γη. Αν και διαφέρει από τη βρώσιμη Γλιστρίδα (Portulaca oleracea), πρόκειται για ένα καθαρά διακοσμητικό φυτό, μη βρώσιμο, που καλλιεργείται αποκλειστικά για τον καλλωπισμό εξωτερικών χώρων με ελάχιστη φροντίδα και μέγιστη αισθητική απόδοση.
Ονομασία Ποικιλίας: Νυχάκι – Πορτουλάκα Πολύχρωμη Μιξ, Καλλωπιστική Γλιστρίδα, Moss Rose Portulaca Grandiflora
Παραδοσιακή Ποικιλία (heirloom)
Ετήσιο – Μονοετές Λουλούδι (annual)
Χαμηλή ποικιλία ύψους 10-15 εκατοστών, φουντώνει και απλώνει
Μήνες Σποράς: Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος
Σπορά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση
Βλάστηση σπόρων: 9-24 ημέρες
Ενδεικτική θερμοκρασία ανάπτυξης: 22-32 °C
Απόσταση φύτευσης μιας ρίζας από την άλλη: 30-40 εκατοστά
Επιστημονική Ονομασία: Portulaca grandiflora
Για Οδηγίες Σποράς δείτε το άρθρο
Για Οδηγίες Καλλιέργειας δείτε το άρθρο
Σχετικά προϊόντα
Βαλεριάνα – Λυκοτρίβολο
Παραδοσιακή ποικιλία από Βαλεριάνα, η οποία είναι γνωστή και με τις ονομασίες Λυκοτρίβολο, Mache, Corn salad και Lamb's Lettuce. Πρόκειται για ένα ετήσιο, ψυχρόφιλο φυτό που καλλιεργείται ευρέως ως σαλατικό στις εύκρατες περιοχές της Ευρώπης και της Μεσογείου. Διακρίνεται για τα μικρά, τρυφερά, πράσινα φύλλα του, ύψους περίπου 10–20 εκατοστών, με απαλή υφή και ελαφρώς γλυκιά, καρυδάτη γεύση. Σπέρνεται συνήθως από τέλη καλοκαιριού έως το φθινόπωρο στη Μεσόγειο, αφού προτιμά δροσερό κλίμα και αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα. Η συγκομιδή πραγματοποιείται 6–8 εβδομάδες μετά τη σπορά, κόβοντας ολόκληρες τις ροζέτες ή φύλλο-φύλλο, διασφαλίζοντας συνεχή παραγωγή. Απαιτεί ελαφρύ, καλά στραγγιζόμενο χώμα, σταθερή υγρασία χωρίς υπερβολικό πότισμα και φυτεύεται σε αποστάσεις περίπου 10–15 εκατοστών μεταξύ των ριζών. Η Βαλεριάνα αγαπά τις δροσερές θερμοκρασίες, την υγρασία και συνίσταται να μην φυτεύεται σε θερμοκρασίες άνω των 20 βαθμών Κελσίου. Η σπορά συνίσταται να γίνεται απευθείας στη γη ή σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση. Η Βαλεριάνα ή αλλιώς Λυκοτρίβολο, με τη μοναδική γεύση και την υψηλή θρεπτική της αξία, αποτελεί ιδανική επιλογή για όσους αναζητούν φρέσκες, ελαφριές και υγιεινές γαστρονομικές απολαύσεις από το φθινόπωρο έως και την άνοιξη.
Βασιλικός ”Rubin” Μωβ
Ο Βασιλικός ''Rubin'' είναι μια εντυπωσιακή μωβ ποικιλία που ξεχωρίζει τόσο για την καλλωπιστική της αξία όσο και για το έντονο άρωμά της. Πρόκειται για φυτό ζωηρής ανάπτυξης, με πλούσια βλάστηση και μεγάλα, στρογγυλεμένα φύλλα βαθύ μωβ χρώματος, τα οποία μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 8 εκατοστά σε μήκος. Η παρουσία του στον κήπο ή στη γλάστρα προσφέρει έντονη χρωματική αντίθεση και ιδιαίτερη αισθητική. Τα φύλλα του είναι εξαιρετικά αρωματικά και πλούσια σε αιθέρια έλαια, με γεύση έντονη, αλλά ισορροπημένη. Χρησιμοποιούνται ευρέως στη μαγειρική, τόσο φρέσκα όσο και αποξηραμένα, ενώ θεωρούνται ιδανικά για την παρασκευή αρωματικών ξυδιών, τα οποία αποκτούν χαρακτηριστικό μωβ χρώμα και ξεχωριστό άρωμα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε σαλάτες, ζυμαρικά, σάλτσες και πιάτα που απαιτούν ιδιαίτερο γευστικό χαρακτήρα. Καλλιεργητικά, ο Βασιλικός ''Rubin'' προτιμά ήπιες συνθήκες και δεν αγαπά την πλήρη έκθεση στον έντονο καλοκαιρινό ήλιο ούτε τις ακραίες θερμοκρασίες. Αναπτύσσεται καλύτερα σε φωτεινά σημεία με ελαφριά σκίαση, σε γόνιμο και καλά στραγγιζόμενο έδαφος, με τακτικά, αλλά όχι υπερβολικά ποτίσματα. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Ο Βασιλικός ''Rubin'' με σωστή φροντίδα και συχνή συγκομιδή φύλλων, προσφέρει συνεχή παραγωγή και παραμένει υγιής και ζωηρός καθ’ όλη τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου.
Δυόσμος Παραδοσιακός
Ο Παραδοσιακός Δυόσμος είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και διαδεδομένα αρωματικά φυτά της ελληνικής φύσης και κουζίνας, γνωστός για το δροσερό, έντονο άρωμά του και τη μεγάλη ποικιλία χρήσεων του. Ανήκει στο γένος Mentha και καλλιεργείται εδώ και αιώνες τόσο σε κήπους όσο και σε γλάστρες, αποτελώντας βασικό στοιχείο της μεσογειακής βοτανικής παράδοσης. Το φυτό είναι πολυετές και αναπτύσσεται σε μορφή χαμηλού, πυκνού θάμνου, με πλούσια διακλάδωση και έντονη εξάπλωση μέσω υπόγειων ριζωμάτων. Φτάνει συνήθως σε ύψος τα 30 έως 60 εκατοστά και δημιουργεί πλούσιο φύλλωμα με ζωηρό πράσινο χρώμα. Τα φύλλα του είναι επιμήκη, ελαφρώς οδοντωτά και ιδιαίτερα αρωματικά, ενώ κατά την ανθοφορία εμφανίζει μικρά, διακριτικά άνθη σε αποχρώσεις του μωβ και του λευκού. Η γεύση και το άρωμά του είναι χαρακτηριστικά δροσερά και αναζωογονητικά, με έντονη παρουσία αιθέριων ελαίων που τον καθιστούν μοναδικό. Χρησιμοποιείται ευρέως στην ελληνική κουζίνα, κυρίως σε παραδοσιακά πιάτα όπως ντολμάδες, κεφτέδες, γεμιστά, σαλάτες και σάλτσες, ενώ είναι ιδανικός και για αφεψήματα ή Mojito. Μπορεί να καταναλωθεί φρέσκος ή αποξηραμένος, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό το άρωμά του. Η καλλιέργειά του είναι εύκολη και ιδιαίτερα αποδοτική. Προτιμά ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις και εδάφη με καλή υγρασία, καθώς αγαπά το νερό περισσότερο από άλλα αρωματικά φυτά. Στα πρώτα στάδια ανάπτυξης χρειάζεται τακτικό πότισμα, ενώ στη συνέχεια αναπτύσσεται γρήγορα και μπορεί να επεκταθεί σημαντικά στον χώρο. Το τακτικό κλάδεμα ενισχύει τη νέα βλάστηση και διατηρεί το φυτό πυκνό και παραγωγικό. Επιπλέον, ο δυόσμος είναι γνωστός για τις ευεργετικές του ιδιότητες, καθώς χρησιμοποιείται παραδοσιακά για την υποστήριξη της πέψης και την ανακούφιση από στομαχικές ενοχλήσεις. Το άρωμά του έχει επίσης χαλαρωτική και αναζωογονητική επίδραση. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Ο Παραδοσιακός Δυόσμος αποτελεί ένα ανθεκτικό, εύκολο και εξαιρετικά χρήσιμο φυτό, που συνδυάζει αρωματικό πλούτο και γευστική αξία αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος κάθε ελληνικού κήπου και κουζίνας.
Κάππαρη Παραδοσιακή
Η Παραδοσιακή Κάππαρη είναι ένα αυθεντικά μεσογειακό, πολυετές φυτό, γνωστό για τη χαρακτηριστική του γεύση, την αντοχή του στις δύσκολες κλιματικές συνθήκες και τη μακραίωνη χρήση του στη μαγειρική. Πρόκειται για θαμνώδες φυτό με έρποντες ή αναρριχώμενους βλαστούς, που μπορούν να φτάσουν τα 2 μέτρα σε μήκος, καλύπτοντας πέτρες, τοίχους και βραχώδεις επιφάνειες. Τα πλατιά, σαρκώδη φύλλα της έχουν βαθύ πράσινο χρώμα, ενώ τα άνθη της είναι εντυπωσιακά, με λευκά ή υπόλευκα πέταλα και μακριούς ροζ-μωβ στήμονες, ανθίζοντας από την άνοιξη έως τα τέλη του καλοκαιριού. Η κάππαρη ευδοκιμεί σε ξηρά, πετρώδη, ασβεστώδη εδάφη με άριστη αποστράγγιση και απαιτεί πλήρη ηλιοφάνεια. Είναι εξαιρετικά ανθεκτική στην ξηρασία και μπορεί να επιβιώσει ακόμη και σε συνθήκες έλλειψης νερού, αξιοποιώντας την υγρασία του εδάφους μέσω του εκτεταμένου ριζικού της συστήματος. Οι ανθικοί οφθαλμοί, γνωστοί ως κάπαρη, συλλέγονται χειρωνακτικά πριν ανοίξουν και συντηρούνται σε άλμη ή ξύδι, αποκτώντας τη χαρακτηριστική αλμυρή γεύση που δίνει ιδιαίτερο χαρακτήρα σε σαλάτες, ψάρια, σάλτσες και πιάτα της μεσογειακής κουζίνας. Εκτός από τη γαστρονομική της αξία, η κάππαρη είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά, βιταμίνες και φλαβονοειδή. Είναι, επίσης, ιδανικό φυτό για κηπευτικές φυτεύσεις, καθώς προσελκύει μέλισσες και επικονιαστές, συμβάλλοντας στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων ή απευθείας στη γη. Η Παραδοσιακή Κάππαρη αντιπροσωπεύει την αυθεντική μεσογειακή παράδοση, προσφέροντας έναν συνδυασμό ανθεκτικότητας, καλλωπιστικής αξίας και μοναδικής γεύσης, που την καθιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής φύσης και κουζίνας.
Λάπατο του Κάμπου Πράσινο Παραδοσιακό
Το Λάπατο του Κάμπου Πράσινο, γνωστό επίσης ως Λάπαθο ή Οξαλίδα, είναι ένα παραδοσιακό φυλλώδες λαχανικό με μακρά παρουσία στην μεσογειακή και ελληνική διατροφή. Καλλιεργείται κυρίως για τα τρυφερά, πράσινα φύλλα του, τα οποία χαρακτηρίζονται από τη φυσική τους όξινη και δροσερή γεύση. Τα φυτά σχηματίζουν πυκνές φυλλικές ροζέτες, με επιμήκη, λογχοειδή έως ελαφρώς βελονοειδή φύλλα και έντονο πράσινο χρώμα. Η ανάπτυξή τους είναι ζωηρή και, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, μπορούν να παράγουν νέα φύλλα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν αφεθούν να ανθίσουν, σχηματίζουν ψηλότερα ανθοφόρα στελέχη με μικρές πρασινωπές έως κοκκινωπές ταξιανθίες. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του λάπατου είναι η ξινή, λεμονάτη γεύση των φύλλων, που οφείλεται στα φυσικά οργανικά οξέα του φυτού. Τα νεαρά φύλλα είναι πιο τρυφερά και ευχάριστα και μπορούν να καταναλωθούν ωμά σε σαλάτες, ενώ τα μεγαλύτερα χρησιμοποιούνται κυρίως μαγειρεμένα. Ταιριάζουν σε πίτες, χορτόσουπες, σάλτσες και μαγειρευτά, ενώ η φυσική οξύτητά τους μπορεί να προσδώσει ένταση και φρεσκάδα σε διάφορα πιάτα. Η συγκομιδή πραγματοποιείται σταδιακά, με την αφαίρεση των εξωτερικών και καλά αναπτυγμένων φύλλων, ώστε το φυτό να συνεχίζει να παράγει νέα βλάστηση. Για πιο τρυφερό προϊόν, προτιμώνται τα νεαρά φύλλα πριν αναπτυχθεί το ανθοφόρο στέλεχος. Η συχνή συλλογή βοηθά στη διατήρηση της παραγωγής και προσφέρει διαδοχικές συγκομιδές από την ίδια εγκατάσταση. Πρόκειται για ανθεκτικό και σχετικά εύκολο στην καλλιέργεια φυτό, που προτιμά δροσερές συνθήκες και ηλιόλουστες έως ημισκιερές θέσεις. Σε θερμές και ξηρές συνθήκες η ανάπτυξη μπορεί να επιβραδυνθεί και τα φύλλα να γίνουν πιο σκληρά και έντονα όξινα. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Το Λάπατο του Κάμπου Πράσινο αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για όσους αναζητούν ένα αυθεντικό παραδοσιακό φυλλώδες λαχανικό με ξεχωριστή γεύση και πολλαπλές χρήσεις στην κουζίνα. Η εύκολη καλλιέργεια, η δυνατότητα επαναλαμβανόμενης συγκομιδής και η χαρακτηριστική λεμονάτη οξύτητά του το καθιστούν ιδιαίτερα χρήσιμο για κάθε οικογενειακό κήπο.
Μέντα Άγρια
Η Άγρια Μέντα είναι ένα πολυετές αρωματικό βότανο με έντονη παρουσία στη φυσική χλωρίδα της Μεσογείου, της Ευρώπης και πολλών άλλων περιοχών του κόσμου. Ξεχωρίζει για το δυνατό, δροσερό άρωμά της και την εξαιρετική προσαρμοστικότητά της, καθώς αναπτύσσεται συχνά αυτοφυής σε υγρές τοποθεσίες, κοντά σε ρέματα, πηγές και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Αποτελεί ένα από τα πιο παραδοσιακά βότανα της ελληνικής υπαίθρου και χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες τόσο στη μαγειρική όσο και στην παρασκευή αφεψημάτων. Τα φυτά είναι ιδιαίτερα ζωηρά και αναπτύσσονται γρήγορα, σχηματίζοντας πυκνές αποικίες μέσω των υπόγειων ριζωμάτων τους. Παράγουν πολυάριθμους όρθιους βλαστούς με πλούσιο φύλλωμα και έχουν την τάση να εξαπλώνονται εύκολα στον χώρο όπου καλλιεργούνται. Η ανάπτυξή τους είναι έντονη κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι, ενώ μπορούν να φτάσουν σε ύψος από 30 έως και 60 εκατοστά, ανάλογα με τις συνθήκες καλλιέργειας. Τα φύλλα είναι έντονα αρωματικά, με βαθύ πράσινο χρώμα και ελαφρώς οδοντωτές παρυφές. Το άρωμά τους είναι συνήθως πιο έντονο και πιο ''άγριο'' σε σύγκριση με τις καλλιεργούμενες μορφές μέντας, ενώ περιέχουν υψηλή συγκέντρωση αιθέριων ελαίων. Κατά την ανθοφορία παράγουν μικρά άνθη σε αποχρώσεις του λιλά, του ροζ ή του μωβ, τα οποία προσελκύουν μέλισσες, πεταλούδες και άλλα ωφέλιμα έντομα. Η Άγρια Μέντα προτιμά εδάφη με καλή υγρασία και αναπτύσσεται ιδανικά σε ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις. Παρουσιάζει μεγάλη αντοχή στις καιρικές μεταβολές και μπορεί να επιβιώσει για πολλά χρόνια στο ίδιο σημείο. Μετά την εγκατάστασή της απαιτεί περιορισμένη φροντίδα, ενώ η τακτική συγκομιδή ενισχύει την παραγωγή νέων βλαστών και τρυφερών φύλλων. Στη μαγειρική χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό σαλατών, παραδοσιακών φαγητών, σαλτσών, γεμιστών, κρεατικών και δροσιστικών ροφημάτων. Παράλληλα, τα φύλλα της συλλέγονται και αποξηραίνονται για την παρασκευή αφεψημάτων με χαρακτηριστικό δροσερό άρωμα και ευχάριστη γεύση. Η συγκομιδή μπορεί να πραγματοποιείται καθ' όλη τη διάρκεια της ενεργού ανάπτυξης των φυτών. Τα φύλλα χρησιμοποιούνται νωπά ή αποξηραμένα και διατηρούν σε μεγάλο βαθμό το άρωμά τους όταν αποθηκεύονται σε ξηρό και σκιερό περιβάλλον. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Η Άγρια Μέντα αποτελεί ένα εξαιρετικά ανθεκτικό και αρωματικό βότανο, που συνδυάζει φυσική ομορφιά, έντονο χαρακτήρα και πληθώρα χρήσεων, αποτελώντας πολύτιμη προσθήκη σε κάθε βοτανόκηπο, λαχανόκηπο ή φυσικό κήπο αρωματικών φυτών.
Ρίγανη Άγρια
Η Άγρια Ρίγανη, γνωστή και ως Greek Wild Oregano, είναι ένα πολυετές, αυτοφυές αρωματικό φυτό που αναπτύσσεται φυσικά σε άγριες εκτάσεις και στους κάμπους της ελληνικής υπαίθρου. Διακρίνεται για τη δυνατή, πικάντικη γεύση και το εξαιρετικά πλούσιο άρωμά της, που οφείλεται στην υψηλή περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια, καθιστώντας την ιδιαίτερα περιζήτητη τόσο στη μαγειρική όσο και στη φαρμακευτική. Το φυτό φτάνει σε ύψος τα 20–50 εκατοστά, με λεπτούς ξυλώδεις βλαστούς, μικρά ωοειδή φύλλα με χνουδωτή υφή και λευκά ή υπόλευκα άνθη που εμφανίζονται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, προσελκύοντας μέλισσες και επικονιαστές. Είναι εξαιρετικά ανθεκτική σε ξηρασία και φτωχά εδάφη, καθώς έχει προσαρμοστεί να αναπτύσσεται σε σκληρές συνθήκες και δεν χρειάζεται σχεδόν καθόλου φροντίδα μόλις αναπτυχθεί. Η Άγρια Ρίγανη χρησιμοποιείται ευρέως για τον αρωματισμό κρεάτων, ψαριών, λαχανικών και σαλατών, ενώ παραδοσιακά παρασκευάζεται και ως αφέψημα για τις αντιμικροβιακές, αντιοξειδωτικές και καταπραϋντικές της ιδιότητες. Ως φυτό στον κήπο ή στο μπαλκόνι, εκτός από την πρακτική της χρήση, χαρίζει φυσικό χαρακτήρα και έντονο μεσογειακό άρωμα, παραμένοντας ανθεκτική και εύκολη στην καλλιέργεια. Συνίσταται σπορά αρχικά σε κυπελάκια και ύστερα μεταφύτευση, για την καλύτερη διαχείριση των φυτών και σπόρων. Τα σποράκια θα πρέπει να είναι σε ελάχιστο βάθος, όχι περισσότερο από μισό εκατοστό, πάντοτε με υγρασία στην επιφάνεια, αλλά και σε θερμοκρασίες σταθερά άνω των 20+ βαθμών Κελσίου. Αποτελεί εξαιρετική επιλογή για τον κήπο, αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φρέσκια ή να αποξηραθεί, ενώ πολλαπλασιάζεται από μόνη της και απλώνει. Κατά τους χειμερινούς μήνες αποξηραίνεται, οι ρίζες της όμως παραμένουν ζωντανές στο χώμα και κάθε άνοιξη σχηματίζει νέα βλαστάρια και αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Η Άγρια Ρίγανη φέρνει στον κήπο τη δύναμη και το άρωμα της ελληνικής φύσης, προσφέροντας γεύση, φρεσκάδα και μεσογειακή ζωντάνια.
Χαμομήλι Χρυσό ”Zloty Lan”
Παραδοσιακή ποικιλία από Χαμομήλι, ντόπιο της Πολωνίας, το οποίο είναι γνωστό με την ονομασία ''ZŁOTY ŁAN'' ή ''Zloty Lan''. Το χαμομήλι φέρει υπέροχα άνθη, τα οποία θυμίζουν μαργαρίτες, ενώ παράλληλα είναι φανταστικά αρωματικό. Τα φυτά αναπτύσσονται ως κοντά θαμνάκια και τα άνθη τους μπορούν να γίνουν αφέψημα, είτε φρέσκα είτε αποξηραμένα. Μόλις ανθίσουν τα φυτά, προτείνεται να κοπούν και να αποξηραθούν, έτσι ώστε να έχετε διαθέσιμο χαμομήλι καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου για κατανάλωση ως αφέψημα - τσάι. Εάν τα άνθη αφεθούν επάνω στα φυτά, αυτά θα σχηματίσουν σπόρους μετά το πέρας της ανθοφορίας και την επόμενη χρονιά θα φυτρώσουν εκ νέου κατά την άνοιξη νέα φυτά. Το Χαμομήλι είναι, επίσης, γνωστό για το εκχύλισμά του. Το αρωματικό αυτό βότανο αποτελεί εξαιρετική επιλογή για κάθε κήπο και ιδιαίτερα για τις πολλαπλές ιδιότητές του.
